Από την Σοφία Σεραφείμ
Ήμασταν παιδιά όταν ακούγαμε για φωτιές στην Χαλκιδική. Δεν καταλαβαίναμε, ήταν αρχή ακόμα. Κάποιοι έλεγαν ότι θέλουν εκεί να χτίσουν. Άλλοι έβριζαν τους ασυνείδητους που δεν πρόσεχαν, έκαιγαν ξερά κλαδιά, έκαναν barbeque σε επικίνδυνες περιοχές. Τα χρόνια περνούσαν και πια ήταν συνηθισμένο το έκτακτο δελτίο, κάθε καλοκαίρι, απλά δεν ξέραμε το μέρος που θα έπιανε η φωτιά αυτό το καλοκαίρι.
Ήταν 2007 όταν στην Αττική έπιασε μια μεγάλη φωτιά. Η φωτιά τότε έκαιγε για ώρες την Πάρνηθα, Ρουμάνι, Καμπέρα, Παλιοχώρι, Λαγός, Ναυτικό, Αγ. Τριάδα και Γούρνες. Κατέκαψε τα πάντα ενώ, λόγω του αέρα που άλλαξε πορεία, δεν συνέχισε ανατολικά προς το Τατόι. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν κι άλλες φωτιές σε Αττική, Πελοπόννησο, Χαλκιδική αλλά και σε άλλες περιοχές. Όλοι όμως θυμόντουσαν και ξεχώριζαν τη φωτιά του 2007.
Και η φωτιά καίει.
Μέχρι που έφτασε το 2018 όπου αυτή η χρονιά πήρε τη θέση του 2007. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες η φωτιά που ξέσπασε στο Μάτι, στον Νέο Βουτζά, στο Κόκκινο λιμανάκι και στην Κινέτα, κόστισε περισσότερες από 100 ανθρώπινες ζωές, αμέτρητες ζωές ζώων που κάηκαν απροστάτευτα, αλλά και περιουσίες ανθρώπων. Αποτέλεσε μια από τις πιο καταστροφικές φωτιές που γνώρισε ο άνθρωπος στην χώρα της Ελλάδας. Τότε έγιναν εκστρατείες, δωρεές, προσπάθειες από κυβέρνηση και απλούς πολίτες να ξεκινήσουν πάλι από το μηδέν και να μην συμβεί ξανά κάτι τέτοιο.
Και η φωτιά καίει.
Φτάσαμε στο σήμερα, 2021 και η Ελλάδα καίγεται ξανά. Πρώτα η Αττική, μετά η Εύβοια, τα Γρεβενά, τη Μάνη και πόσα ακόμα ανοιχτά μέτωπα, με τους ανθρώπους να χάνουν την πίστη τους. Δημοσιογράφοι καλύπτουν το γεγονός σε ένα σημείο και λίγη ώρα αργότερα απομακρύνονται από το σημείο καθώς η φωτιά έχει φτάσει δίπλα τους. Πυροσβέστες δίνουν τη ζωή τους, παλεύουν να σώσουν με αυταπάρνηση ζωές και εκτάσεις. Εθελοντές και απλοί πολίτες ενεργοποιούνται μέσω social media ώστε να σώσουν τα ζώα που υπάρχουν στην περιοχή, ανοίγουν ξενοδοχεία και σπίτια για να φιλοξενήσουν ανθρώπους που έχασαν τα σπίτια τους.
Και η φωτιά καίει.
Καίει παρθένο δάσος, γεμάτο πεύκα, με την θερμοκρασία να ανεβαίνει ασταμάτητα. Οι ημέρες περνούν και η φωτιά καίει. Και εδώ αναρωτιέμαι, τι θα πούμε στα παιδιά μας; Τι ζωή θα τους προσφέρουμε; Πώς θα δικαιολογηθούμε για την καταστροφή που προκαλέσαμε; Φτάσαμε να βιώνουμε θερμοκρασίες που ξεπερνούν κατά πολύ τους 40 βαθμούς Κελσίου και ακόμα αναρωτιόμαστε γιατί; Κι όταν συνειδητοποιούμε τρομάζουμε. Φοβόμαστε για λίγο και αρχίζουμε την ανακύκλωση. Ίσως ελαττώνουμε τη χρήση του αυτοκινήτου. Πηγαίνουμε σε κάποια πορεία για το περιβάλλον. Μπορεί να μην παίρνουμε σακούλες από τα σούπερ μάρκετ. Για λίγο καιρό, μετά πάλι ξεχνάμε.
Και η φωτιά καίει.
Και θα συνεχίσει να καίει μέχρι να μην βρίσκει άλλο μέρος για να “τραφεί”. Τότε θα σταματήσει, για λίγο. Ίσως για όσο κρατήσει και η ανακύκλωση που θα κάνουμε. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Ίσως. Ίσως να βρει μέρος να κάψει και το ίδιο καλοκαίρι.
Γιατί φωτιά είναι και καίει. Δεν έχει αλλάξει ποτέ. Αυτό κάνει. Πάντα. Εμείς όμως, αφού ξέρουμε, γιατί δεν αλλάζουμε; Γιατί δεν κάνουμε κάτι ώστε να μην φτάνουμε κάθε καλοκαίρι στο ίδιο σημείο;

Εικόνα από τον φωτογραφικό φακό του Κοσμά Κουμιανού

